Νοτιά




Η μουσική "Quelle" είναι του Κώστα Μπραβάκη
από το δίσκο "Σημύδες- σουίτα για κιθάρα"

Επιμέλεια VIDEO
Ελένη Νανοπούλου

                     

    "απογευματινό"


    αχ μόλις άτονη χορδή και μόλις
    πιάστηκα με τον τρελό θεό στα χέρια
    μονομαχία ανάμεσα νεκρού και ζώντος
    δεν πετυχαίνω το άστρο του μάτι
    ακούω και τις λαβιές κρυμμένες
    σε μιαν τριβή καλοκαιριού
    τους κήπους να πεθαίνουν στη βροχή
    μα τσιμουδιά καθώς
    απόγεμα κρότος τρομακτικός στο τζάμι
    πουλάκι σκόνταψε απάνω στο βοριά
    δεν πρόλαβα με γιατρικά και πάει
    και πάει ώρα τώρα που θεραπεύω τουλάχιστον
    τη ματωμένη θέα


                       

      "αλωτό"



      Πάλι της θάλασσας

      και πάλι στην άκρη της ακρούλα της

      ευτυχισμένο χαλικάκι κυλιστό

      μεγάλη η χάρη της να με παιδεύει

      μισό έξω μέσα μισό

      θαρρείς και ξέρει προ πολλού του επίτηδες τη λύση


      γράφε άμμος κι ας σβήνει το νερό

      η όστρια φέρνει τον καιρό

      ως τα χαράματα ολόκληρο θα μ' αγαπήσει



                         

        " η γραμματοσειρά της θάλασσας "







        Τη σάρκα αλήθεια άνοιξα με την αγάπη

        μια χαρακιά δυο χαραυγές

        στο βυσσινί στο κόκκινο έτρεξα

        λίγος για την πολλή ζωή για το πολύ της πόρτας

        στο μέγα κενό και τα φωνήεντα ετούτης της τρελής

        να ξεκουφαίνουν


        απ’ όσα παράθυρα μου άφησε την είδα

        ξενύχτι της αφής λίγο απουσία

        υψηλή χλομάδα το πρωί σε μετρητή καθρέφτη

        γευματινή ματιά σε έξοχη εξοχή

        που μόνο και γ’ αυτήν ήρθα και ξαναήρθα

        ως να σου πω το γλυκύ βελούδο

        και το κίτρινο άρωμα της γαζίας


        γρύλε μου δάκρυ με έψαλλες βάρος

        εννιά καλά όσο να μπω στον κωδικό σου

        και το πρωί αρτιμελής του πάθους

        να διορθώνω της νύχτας το σπασμένο πόδι

        μια μελανιά στ’ αριστερά

        κλείνει την είδηση στο πρώτο πρόσωπό μου


        ξύνω τα νύχια του λόγου

        ακμή της άνοιξης κι ιχνογραφώ τ’ αηδόνι

        που κλαίει πανεύκολα μια θάλασσα ερημιά

        αθέατο με τα ερωτηματικά και οι πανικοί των οστράκων

        πόρπες

        που δεν ανοίγουνε με το κλειδί της λύπης

        της σιωπής πιο βαθιά βαθύτερα της λήθης

        ανάγλυφα όπως με κοιτάς

        κι ούτε ένα μήπως στη συντέλεια του κόσμου

        στρίβω το τέλος στην αρχή πού είσαι

        περνώ τα φωτοκύτταρα των υπέρων

        συναγερμός

        και λιώνουνε τα χέρια μες στο φως


        γυμνούλι αγάπη

        άγραφο ακατοίκητο

        πύλη χιλίοδη νησί

        σε μιαν απόβαση πλώρη θα συρθεί

        στην ανατολική σου άμμο η άφιξη δικαιωμάτων

        γι’ αυτό

        μην αποπλεύσεις στη βιασύνη της νοτιάς

        μήτε στην πλάνη του βυθού

        να ’ρθω να σε μαλώσω

        με τη χρυσή βεργούλα των φιλιών

        μην κινηθείς θα πει ονειρεύεσαι μες στη ζωή μου

        και με απλωτές σε φτάνω



        το τελευταίο μου τσιγάρο πατάω στο κύμα

        και μπαίνω

        φορτωμένος τη γραμματοσειρά της θάλασσας


        πλεύσε τώρα πλήρες επιβάτη



                           

          “Χωρίς”



          Πηγές μην ψάχνεις
          Δεν έχει αθάνατο νερό
          Να πλύνεις τον καιρό
          Γωνιές
          Ιστούς
          Κι άδεια πηγάδια

          Μα εσύ
          Χωρίς το φόβο των διχτυών
          Κοιμήσου
          Κόκκινο χρώμα έσταξα
          Και λίγο όνειρο
          Στην όχθη των ματιών
          Να ’χεις
          Στης νύχτας τα περάσματα μαζί σου


          « SINE »


          Ne cherche pas de sources
          Il n` y a plus d` eau immortelle
          Pour laver le temps
          Des coins
          Des mâts
          Et des puits vides

          Mais toi
          Sans la crainte des filets
          Dors
          J` ai instillé de la couleur rouge
          Et un soupçon de rêve
          Dans le rivage des yeux
          Afin que tu en aies
          Sur toi au long des passages de la nuit

          Socratis Xénos, tiré de son recueil : BOULEAUX

          traduction en FR : Nikiforos Terzoglou

                             

            "Καταφυγή"




            Μη με κοιτάς με πρωτοσέλιδα
            κι αναρτημένες προσμονές
            εγώ ποτέ μου δε σχολίασα υπόγειο χαμόγελο
            και τελευταία
            αποφεύγω να διαβάζω φωναχτά
            το υλικό των ημερών

            μετέφερα το σώμα της ανάγκης
            στα κρεβάτια των κισσών
            κι οι σπουργίτες ανέλαβαν των αηδονιών τη συναυλία

            ψύχρανε εντός βροχή μου
            κι οι στέγες κλαίνε κατηφόρα
            ρίξε κάτι πάνω σου
            μην κρυώσεις
            που σε έχω και σένα στο νου μου


                               

              “Τιμής ένεκεν”



              "
              Μένει λέει σε μιαν εξαίσια θέα και μια θάλασσα
              οι εξώστες στο σχήμα φακού των ματιώ
              τα στηρίγματά τους μηροί γυναικών που αντέχουν τον
              έρωτα
              το πρώτο που σπρώχνει πίσω το στεναγμό ένα ααα του
              πελάγου
              γυρνάει τα χέρια του νου κλείνει τη μεγάλη πόρτα της
              δύσης
              στο πιάνο και η φωνή των εποχών
              βουΐζουν τα παράθυρα οι έξοδοι καθρέφτες
              κι ο πολυέλαιος σταλάζει κόμπο κόμπο κρύσταλλο
              την ευτυχία του κόσμου

              τελευταία νυχτώνει εκεί μέσα στην τέλεια νύχτα


              τρώγοντας θαύματα
              δεν είχα άλλην οδό να παραστώ

              στη σύναξη των επινενοημένων
              μα εσύ παίζε ολούθε μουσική να αντηχώ επίκληση
              κι έχει καταφτάσει στα προάστια του σκοταδιού
              μια αγκαλιά ισχυρά τριαντάφυλλα"



                                 

                (άσκηση βήτα)


                Σιγά μην αντισταθώ να γίνω σώμα
                να γίνω σώμα σκέτο απόψε
                εν άνω κάτω σήμα
                ένα δεν είμαι εδώ και θύομαι
                εντός ανθρώπου νόημα και περίληψη
                περίληψη καλύτερα που θυμάται νόημα
                θυμάται η ολιγοστότητα το όλου
                τις υψίφωνες λέξεις που λέγονται τρέχα να σωθείς
                μετά θανάτου στ` αθάνατο

                Όπως σε πάνθεο χορεύει περιστύλιο
                καλέστε με εύκαμπτα μάρμαρα των αναμνήσεων

                να σας πω αμέσως τη χαράματη αλήθεια
                όταν δομούνται λόγια χώρια απ` τα χείλη
                το πάνθεό μου όσα φτερά μου έλυσα δένοντας σώμα

                                   

                  “...”

                  Lorca:

                  Diseño de A. Robert Lauer




                  Άκου τι λεν τα δάση

                  στήσε αυτί λιώσε χιόνι
                  τις τελευταίες νύχτες το φθινόπωρο
                  δακρύζουν ήλεκτρο τα πεύκα
                  δε φταίω εγώ
                  κάπου ανεβάσανε Γκαρθία κι ένα ασημένιο ποτάμι
                  κάπου τη ρεματιά με τις πληγές
                  δε φταίω εγώ που τρέμει τόξο το γεφύρι
                  που λούζεται νάρδους ο Γουαδαλκιβίρ
                  πέφτουν τα πουλιά στου φλάουτου το φύσημα
                  περνάει το αναμμένο ποτάμι το αρχαίο νερό
                  στων δέντρων τη σιωπή
                  το σείσιμο του θάμνου τρέχει να πνιγεί
                  και πουθενά το πρώτο βήμα


                  για ένα παρακάτω
                  είπαν

                  τον χρέωσαν ολόκληρον τα τελωνεία των φθορών
                  ψεύματα
                  κι έδειξε χαρτιά σφραγίδες φύλλα
                  καταθέσεις αστρονομικά ποσά ελευθερία
                  κι ύστερα τις διπλές βροχές και την αδιαθεσία των
                  άστρων
                  πίσω στα αγάλματα τα πετρωμένα δάκρυα
                  σε μέγεθος μερόνυχτου άστρο μου
                  άστρο μου
                  για δε μ’ αγγίζεις πια

                  χέρια μου φράξτε τη μεσολάβηση του σύννεφου
                  και σεις βουνά με τον κομμένο ορίζοντα
                  με ένα βλέμμα σάς ρίχνω καταγής
                  ό,τι και ώρα να ’ναι κραυγή ό,τι ζωή ακορντεόν
                  τα τιμαλφή συλλέγω των υφάλων
                  να ’χει η αγάπη μου
                  να τραγουδά τα θαύματα
                  σε όστρακο ανοιχτό


                  μέσα απ` το Λόρκα-
                  “συνοχές ανθρώπων” 2007 – απόσπασμα



                                     

                    “Γεωδαιτικό”

                    "τιλάθοςεποχήκαιφθίνουντωνθελήσεωνοιοπώρες"


                    Να με καραδοκείς στις φυλλωσιές κρυμμένο αηδόνι


                    πετάω του νου τα ξένα ρούχα
                    και επισκέπτομαι εαυτός στιγμές και πράξεις
                    ολόγυμνος κουρδίζω το ρολόι μου
                    πέρα δώθε πέρα δώθε με τα δοντάκια της ανασφάλειας
                    πόσες φορές απούσα προσπερνάς αδιάφορα μπροστά μου

                    στο ακατάσχετο της νύχτας τυφλά τα αγάλματά μου
                    σπασμένα χέρια χαμόγελα εποχές

                    όλες οι πτώσεις κλητικές τα ωραία χείλη
                    με την απελπισία άθικτη ψελλίζουν χώμα… χώμα…
                    κι άλλα στους ορθοστάτες των ελπίδων κουρασμένα
                    αναπόφευκτη λύση κεφαλόπονος μαρμάρου

                    ποιος ξέθαψε όνειρο κι όρθιο τώρα στέκει
                    αποφασισθέντα βήματα
                    στο πέρας της ακινησίας
                    με την παρηγορία μιας θέασης


                    να με καραδοκεί στο στόμα σου ένα ναι αηδόνι

                    με επίφαση μέθης σκοταδιού να ψάλλει εφ` ω ετάχθη
                    βιολιά κι ουράνια μουσική εγχόρδων
                    όπως τα κύματα δίδαξαν χέρια πέρα δώθε
                    στη συντριβή του παρελθόντος κι ο άνεμος στα δέντρα
                    μακελειό

                    ποιος βοριάς
                    ψάχνω στις τσέπες των ανέμων εξουσία
                    μια λέξη μόνο η διεύθυνσή σου
                    με ασταθείς τιμές νυχθημερόν

                    τόσο ισχυρές στις πτώσεις των κάθετων επιδιώξεων

                    πίπτω προσπίπτω εκπίπτω
                    και ποιος θα κάμει έκπτωση στης ξενιτιάς το χρόνο
                    διάφανο κρύσταλλο νερό μα μη θαρρείς
                    όλα τα νερά διαθέτουνε πνιγμό

                    α! να με καραδοκεί ένα δάκρυ αηδόνι στα μάτια σου
                    να σκύψω άγκιστρο πεντασέπαλο να σε αντλώ
                    έρωτα ανέβα στη χώρα μου

                    συντονισμένη αποχή

                    κι άλλη μια ώθηση άρνησης θα εκδράμω πλήρως από
                    τον κόσμο σου
                    να βαφτίσω το κυρίαρχο άρωμα αλλαγή ονόματος


                    έστησα επιτέλους στις κορφές μου μιαν υποψία
                    τετελεσμένου
                    που σαρώνει την επικράτειά σου
                    πέρα δώθε πέρα δώθε...


                                       

                      “Βόρεια απογέματος”



                      Κάμφθηκε τόξο ο καιρός
                      κι εκτίει τραύμα το σώμα των βοτάνων

                      ολοφύρονται δάση
                      πτώσεις πατημασιές
                      συχνά ένα φύλλο δεν άντεξε την κίτρινη φλέβα
                      και κατέρρευσε κάτω από τη γλώσσα

                      η φιλοποίμην γεύση των λέξεων

                      μπουκιά χελιδόνι
                      φουρφουρίζω στη γούρνα με το πικρό νερό
                      μήτε να μυρίζει στέγνωση σπαθιών
                      σε ποιο τέλι;

                      από καρφί χειρολαβή
                      τεντώνεται η μέρα ως το τελευταίο της φουστάνι
                      και στη μεγάλη στοά του ορίζοντα
                      καίει το λιβάνι της ποίησης

                      έσπρωξα την αγάπη μέχρι την ευχή
                      στο δρόμο άντε καλό μου
                      και το απόγεμα έσκυψε την πήρε απ’ το χέρι
                      έπαιξαν γέφυρες πετριές πεντόβολα
                      έτρεξαν στο κέρδος και στο όχι
                      τα ενδεχόμενα δε βγαίνουν στρογγυλά
                      πέρασε η ώρα αποκοιμήθηκαν μαζί
                      σκεπασμένα με λίγα κλάματα
                      και την αιώνια στιγμή

                      δόξα τω Θεώ
                      σ’ αυτό το εικόνισμα
                      κανένα νόμισμα δεν πάει χαμένο


                                         

                        “Του Aγίου Απολύτου”



                        Κι εκεί που έλεγα θα λύσω τ’ άλογά μου

                        από έναν κόμπο ξεκινώντας απογεύματος
                        δε θυμούμαι καν το χρώμα του λεωφορείου
                        ήμουνα θέσει ακίνητος ή η ταχύτητα των επερχομένων;

                        πάντως του Aγίου Απολύτου τέρμα
                        βγήκα ψιλά από την τσέπη μου
                        να πληρώσω το ωραίο φως του ταξιδίου
                        κι ήταν που τρώνε φωσφορούχο τα μάτια
                        αεικίνητα γρυλίζοντάς με λεία

                        αποδόθηκα λοιπόν σε έξοδο λυτρωτική
                        έναντι βωμών διαθέσιμος

                        στο άπλετο της νύχτας
                        συλλέγομαι τώρα σχήματα ναυλωμένων άστρων
                        κλίση κεφαλής αριστερά
                        χέρια στο στήθος
                        στάζω κατάλευκος σε λίμνη ανθρώπων
                        που οι κύκνοι δένοντας λαιμούς λύνουν αγάπη



                                           

                          "το πέτρινο καράβι"




                          Στην πέτρα της υπομονής
                          σκαλίζω ένα καράβι
                          του βάζω ξάρτια και πανιά
                          να βγει στον κόσμο παγανιά
                          ένα Σαββάτο βράδυ

                          άμα περάσει και το δεις
                          και πριν αλλάξει ρότα
                          ψάξε με σ' όλο τον ντουνιά
                          στου έρωτα τη γειτονιά
                          όμως αν θέλεις ρώτα


                                             

                            “Μοιρολόι (ποιητές)”


                            Να ’ρθω λίγο και γω
                            εκεί που σταυροπόδι οι λέξεις του Ανθρώπου
                            και πίνουν τον πικρό καφέ;
                            έχω βγάλει τα παπούτσια έχω πλύνει τα πόδια μου
                            για τα μάτια μου δε σας εγγυώμαι
                            κατείχαν πάντα την κατηφόρα των υδάτων
                            μπορώ όμως να πιάσω
                            για λογαριασμό τους μια γωνιά κι ένα μαντίλι
                            απ’ την αρχή να ιδρυθώ;

                            Σας κοιτάω φωτογραφίες
                            τα χέρια συλλέγω στηρίγματα τα λάγια βλέμματα
                            γεια των λυπημένων ελαφιών που πελεκάνε
                            της μυρτιάς το κλαδί για ημιαξόνιο ονείρων

                            τραγούδι αλάτι τραγουδώ
                            μιαν ιαχή ορυκτή σιωπής τον ύμνο
                            κι εσείς που ακούτε την τρικυμία που αγαπώ
                            τη νύχτα αυτή στης Τιβεριάδας τον ύπνο
                            μην πείτε σκυμμένοι
                            στη γη των αστεριών ή του υποκόσμου
                            εστέρεψε το δάσος των λωτών
                            και πότε ήταν φαρδύτερο ετούτο το στενό παράθυρο του
                            κόσμου;

                            Τροφή των παντοίων ραμφών ποιητή
                            στέργεις σε αιώνια πληγή
                            δίχως ένα αντίδωρο κελάηδημα
                            μιαν πάροδο αγγέλων να σε πληρώσουν



                                               

                              "άνεμος δωματίου"



                              Σπρώχτηκα
                              ξύλινη ιδέα ως τη συνάντηση του τοίχου
                              κι επέστρεψα τσάκισμα
                              πιάσε με μέτωπό μου να δεις πώς καίω
                              άνεμος δωματίου και οξυγόνο άνεργο
                              δεν έχω αγωγό ν' ανάψω
                              τη μήνυμα της αγωνίας


                              πόσο καιρό στ' ανέφικτο
                              πόσο νερό
                              κοντεύει πάλι η δεκάτη των εφόρων κι ακόμα
                              το βιος μου βρέχεται
                              στο ληξιπρόθεσμο

                              φταίμε που η πέτρα ζωή μας
                              έχει γερό κομπόδεμα υπομονής
                              και επεξεργασία άνοιξης τη μυρμηγκοφωλιά της


                                                 

                                “ Ich meine, dass…”



                                Έμπνευση χι

                                κομμένο μου σύρμα ηλεκτρικό
                                εγώ να γράφω πάνω στην ισορροπία του
                                σκοταδιού
                                κι ως το πρωί των πουλιών άδειος κελάηδημα
                                λίγες φορές αν θες δέντρο δακτύλων
                                αλάνθαστο στον ήλιο
                                χαρακτήρισέ με βάλε κλαυθμό
                                ξέρεις από αντρείες κλίμακες
                                Ich meine, dass…
                                Ich meine, dass meine Liebe...
                                φέρε μου την υψηλή συνέχεια
                                έλα μαζί
                                από τη ρίζα του ζώου διακινώ σκαρφάλωμα
                                ήδη στο ήμισυ της θέας
                                ο μικρότερος της ανωτερότητας
                                ο αλπινιστής των δακρύων
                                να απεκδυθώ τα νύχια μου δεν μπόρεσα
                                μα ξέρω από ζεστή παλάμη
                                έλα σημείωμα πρώτης μουσικής
                                κι ύστερα έρωτας
                                οι πιόμορφες φωνές σε βλάσφημα στόματα
                                η πιο αγάπη απ' άσημα σώματα
                                διάρκεια το μακρύ σου φουστάνι
                                τριγυρνάει τις νύχτες μου θρόισμα
                                σαρώνει ακοές
                                κι ο λαιμός του κόμπου δύσβατος κόσμος
                                ως εκεί που κόβονται τα ακέραια γόνατα
                                και συνεχίζουν τα κλάσματα των θαυμάτων
                                παραπατώ
                                σε ατετραγώνιστη πλάκα δαπέδου
                                κλίνω προσωπικά ο ενικός ναός
                                τη θηλυκή σου αντωνυμία
                                από το νάρθηκα της γλώσσας ξεκινώντας
                                ζήτα να σου πω τον ανελέητο Άγιο
                                βγαίνοντας τη δίφυλη πύλη
                                νυμφευμένος ποταμός και πουθενά
                                η γέφυρα των χαμόγελων φωτογραφιών

                                εγκαταλείπομαι σε φόρα νερά
                                να ξεπλύνουν της Δηιάνειρας το χιτώνα
                                αύριο καθαρός θα παραστώ
                                στο ευθάνατο του ποιητή




                                "Εγώ νομίζω ότι, αγάπη μου,
                                κάθε ποταμός αφήνει στη φλέβα του να τρέμει ένα νησί
                                και πάνω στο νησί ανίκητος ο ναός σου"


                                Notre-Dame


                                Paris
                                11 Ιουνίου 2006



                                                   

                                  “Βαθιά ονόματα”



                                  το χυτήριο δακρύων

                                  που ακόμα η Ελισώ
                                  δαγκώνει τις ρίζες των κυπαρισσιών να λύσει το γιο της
                                  κι η Ευαγγελία
                                  με τους είκοσι έξι καιρούς στα μαλλιά
                                  αγγελία θυέλλης και τρέχα ταξί
                                  όχι δεν μπορείτε να μπείτε στο κρύο δωμάτιο
                                  η πύλη απέκλεισε ηλεκτρονικά την ώρα

                                  πίσω στο επείγον εργαστήρι του ανθρώπου
                                  αρμαθιές τα αντικλείδια του πουθενά

                                  κι εσύ παρηγορία του καντηλιού τι ομιλείς
                                  που απ’ την πολλήν αγάπη δεν ακούω
                                  τι φέγγεις θυσίας ελαιόλαδο
                                  ένα γύρω βγαίνω
                                  και ρίχνω στα ισόγεια των ελαιώνων σου αλάτι
                                  έτσι επέλεξα απ’ τις ματιές δόσεις φωτιές
                                  κι ένα ταβάνι ανάσκελα

                                  μα μη σας εξορκίζω ονόματα
                                  μη σκάπτετε τόσο βαθιά την οδό χαραμάτων
                                  να ’βρει η αυγή θέση καθημένων για την αλήθεια
                                  η αλήθεια περνώντας τα φωτοκύτταρα των υστέρων
                                  συναγερμοί απουσίας
                                  γι’ αυτό σας λέω
                                  άλλα αντίο δε θα αφήσω να ’ρθουν στην ώρα τους
                                  τόσο φάκελοι σκοτεινοί

                                  βάφω λευκό το γραμματοκιβώτιο της μέρας


                                                     

                                    “Θάλασσα”



                                    Αυτή η θάλασσα
                                    η φορτωμένη βλέμματα
                                    και σώματα
                                    κι άλλα καράβια
                                    όλα γεμάτα
                                    του ταξιδιού
                                    νερού το φως
                                    μα είμαστε νερά
                                    εμείς κι ό,τι προτείνουμε
                                    μέρες ή νύχτες
                                    φωτιά ή στάχτες

                                    ησύχασε απέραντή μου
                                    εσύ
                                    με τα λευκά
                                    τα πορφυρά και τα γαλάζια
                                    γυμνό κορμί διαθέσιμο
                                    είμαι δικός σου
                                    όσο κανείς δεν τόλμησε
                                    να πνιγεί



                                                       

                                      "Κίτρο"

                                      Αν
                                      στην έρμαια νύχτα τούτης της πόλης
                                      ορθή γραφή και δίχως λάθη
                                      έτσι να ερχόσουν συνάντηση ντυμένη
                                      μα είναι ανορθόγραφο αποψινά τ’ αηδόνι
                                      τα χέρια στο τραπέζι μπρούμυτα
                                      ιγκλού των διανυκτερεύσεων
                                      δεν έλεγα
                                      δεν είναι αδύναμη σε καύσιμο
                                      η ερπύστρια λέξη η αλήθεια
                                      κι όμως στην πρόποση του οριστικού
                                      τριχιές της συλλογιστικής
                                      εγκατέλειψα τα γένια μου στη μοίρα τους

                                      πάει πάλιωσε το υψωμένο ποτήρι εις υγείαν
                                      άκρη περίβολο του ανέμου ο λόγος διακονεύει
                                      και πότε παρόντες λιποτάκτες τα άστρα
                                      βαφτισιμιό να κάμω άλλο ένα
                                      για τα μαλλιά σου τελευταίο
                                      έτσι θα φύγεις πάλι με αβάφτιστο το αντίο
                                      την ευκολία της πέτρας
                                      και το κλειδί
                                      που βολεύτηκε μαζί σου
                                      να με γυρνάει αριστερά ξεκλείδωμα αγρύπνιας

                                      ποιος σου ’πε περβάζι του χειλιού
                                      κίτρο να ξεβγάζεις



                                                         

                                        “Απόγεμα ατέλειωτο”

                                        Κυρά μου
                                        συμμάζεψα τις συνοικίες μου εδώ και ώρα
                                        το έξω με τη σκόνη του
                                        το μέσα με τα αίματα
                                        πότισα τα βασιλικά ξυρίστηκα
                                        μυρίστηκα βαθιά
                                        και σε περίμενα με αχνιστό καφέ

                                        απ’ του απογέματος τον πλάγιο ύπνο
                                        πώς έτσι με κοιτάς μισή
                                        μ’ αυτά τα μάτια τα σπαθοχελίδονα
                                        στο μέτωπό σου ένα σχόλιο
                                        πελάγου εμφανές

                                        εδώ ’μαι
                                        έλα κάτσε
                                        να σου πω ένα φιλί ροδάκινο στο στόμα
                                        που μακριά σου τόσο όνειρο ατέλειωτο καιρό
                                        η φλούδα του πονούσε



                                        ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 23

                                                           

                                          “Λιακωτό της νύχτας”





                                          Όταν ξαπλώσεις
                                          στο λιακωτό της νύχτας
                                          μην κάνεις την αποκοτιά
                                          μες στη φωτιά της καληνύχτας
                                          τη σκέψη σου να απλώσεις
                                          στα πέτρινα κατώφλια του μυαλού
                                          που βλέπουνε στις αγορές του κόσμου

                                          προσεκτικά να τη διπλώσεις
                                          με ένα κλωνί φρεσκοκομμένου δυόσμου
                                          πάνω στο χνάρι της μορφής μου
                                          όχι αλλού

                                          στα δυο εκεί
                                          άμα πεινάς
                                          να ξεκινάς από τη ζέση της αφής μου
                                          στης έγνοιας μου το φτέρωμα
                                          να ακουμπάς γλυκά
                                          και να ’χεις
                                          σαν τα αγιορείτικα παλιά καθολικά
                                          και του ώριμου καιρού το στάχυ
                                          του δειλινού το μέρωμα

                                          Καλό ξημέρωμα



                                          ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 41

                                                             

                                            νοτιά



                                            Και σε περίμενα

                                            με τις θεές τις ώρες

                                            άμμος στων πεύκων τη γειτνίαση

                                            στου ανέμου τις βελόνες θωπεία

                                            πέρα πέρα ως το τρύπημα της φυγής


                                            έχτιζα πύργους

                                            ζωγράφιζα φωτιές

                                            μόχθος ισορροπώντας στις ακμές των πραγμάτων

                                            κι η πεταλούδα με τo φτερά της κολλημένo στο νερό

                                            πήγαινε έλα πήγαινε έλα έρμαιο τέλος


                                            προ Χριστού θα’ ταν κι η σκιά που κατέβαινε

                                            καμωμένη από βουνό κι αποχαιρετισμό ήλιου

                                            ως το διακριτό επτάφυλλο κύμα


                                            κι όλο γυρνούσα στην τρελή την Όστρια

                                            - Μη, μη, της έλεγα

                                            Κρατήσου λίγο ακόμα στις φιάλες των όρμων


                                            Κι όταν έσπασε η θάλασσα

                                            σε έζησα



                                            απ' τις "ΣΗΜΥΔΕΣ"

                                                               



                                              Σωκ. Ξένος - γλυπτό της θάλασσας / 2000


                                                                 

                                                "Αΐραμ" / λάδι
                                                Σωκ. Ξένος

                                                "φύκι τηλεγράφημα"

                                                Νύχτα
                                                πού λύνεις το λάβρο περιδέραιο των ωρών;

                                                δαγκώνω νόμισμα ευχών
                                                και το ρίχνω σεσημασμένο στο πηγάδι σου
                                                σχοινί αγοράζω σε τιμή διακονίας
                                                για του καιράκου τους σκαρμούς
                                                και το κουπί

                                                περάστε δώρα εσείς
                                                ματιές παντάνασσες
                                                καβαλικεύοντας τα θρύψαλα παράθυρα των ενστάσεων
                                                κι η μολυβιά η πλώρη
                                                ομονοούσα των θυμάτων
                                                εδώ σκιά εκεί φανέρωμα στην κόψη των θαυμάτων
                                                ενύπνιο όχημα η απουσία και βαθαίνω
                                                Αΐραμ Αΐραμ
                                                ποιος κλείνει εκ του σύνεγγυς
                                                συμφωνίες οφθαλμών και γονάτων
                                                θαρρώ δεν είμαι εγώ ο ξένος
                                                εγώ το φιλί
                                                που σε ανεβάζω στην αρχή
                                                με ένα φύκι τηλεγράφημα δεμένη
                                                απ` τους αστραγάλους
                                                συνέφερα κιόλας με τεχνητές αναπνοές
                                                τους ληγμένους βολβούς των ματιών σου
                                                να εκπλήξουν την άνοιξη


                                                Σωκράτης Ξένος
                                                (ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 61)

                                                                   



                                                  Cafe Alavastron
                                                  Αθήνα Παρασκευή 18.04.08

                                                  ο Σωκράτης Ξένος --> ο συνθέτης Κώστας Μπραβάκης --> ο ηθοποιός Αντώνης Μομπαϊτζής
                                                  στις εμβόλιμες στιγμές της απαγγελίας του ποιήματος:
                                                  "Μικρό Ροδάκινο"

                                                  Μικρό ροδάκινο στόχε υψηλέ
                                                  με τόσα πρόθυμα κλαδιά
                                                  πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα
                                                  Πού είναι οι αστραπές τα ποτάμια οι γειώσεις του ήλιου
                                                  ραγδαίες βροχές και διψάς
                                                  μα κανένα θολό νερό δε θα σου πει την αλήθεια
                                                  Έλα
                                                  θα σου δείξω και στων δρόμων τα σώματα
                                                  τάφρους της μνήμης σε στιγμή κόκκινου πανικού
                                                  αρκετά είναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας
                                                  μόνο μην πεις πως παιδεύτηκα στην άγνοια λύση
                                                  με σαράντα οφθαλμούς στριφογυρνώ σ' ένα σεντόνι
                                                  ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο
                                                  κι αφού κράτάει κάτι απίκραντο του αγγέλου το βλέμμα
                                                  με την αγάπη λειτουργώ το αδιέξοδο
                                                  δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί


                                                  Σωκράτης Ξένος
                                                  (ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 89)


                                                  Dankbar für alles