Νοτιά
Η μουσική "Quelle" είναι του Κώστα Μπραβάκη
από το δίσκο "Σημύδες- σουίτα για κιθάρα"
Επιμέλεια VIDEO
Ελένη Νανοπούλου

Σ Η Μ Υ Δ Ε Σ

αχ μόλις άτονη χορδή και μόλις
πιάστηκα με τον τρελό θεό στα χέρια
μονομαχία ανάμεσα νεκρού και ζώντος
δεν πετυχαίνω το άστρο του μάτι
ακούω και τις λαβιές κρυμμένες
σε μιαν τριβή καλοκαιριού
τους κήπους να πεθαίνουν στη βροχή
μα τσιμουδιά καθώς
απόγεμα κρότος τρομακτικός στο τζάμι
πουλάκι σκόνταψε απάνω στο βοριά
δεν πρόλαβα με γιατρικά και πάει
και πάει ώρα τώρα που θεραπεύω τουλάχιστον
τη ματωμένη θέα

Πάλι της θάλασσας
και πάλι στην άκρη της ακρούλα της
ευτυχισμένο χαλικάκι κυλιστό
μεγάλη η χάρη της να με παιδεύει
μισό έξω μέσα μισό
θαρρείς και ξέρει προ πολλού του επίτηδες τη λύση
γράφε άμμος κι ας σβήνει το νερό
η όστρια φέρνει τον καιρό
ως τα χαράματα ολόκληρο θα μ' αγαπήσει

Τη σάρκα αλήθεια άνοιξα με την αγάπη
μια χαρακιά δυο χαραυγές
στο βυσσινί στο κόκκινο έτρεξα
λίγος για την πολλή ζωή για το πολύ της πόρτας
στο μέγα κενό και τα φωνήεντα ετούτης της τρελής
να ξεκουφαίνουν
απ’ όσα παράθυρα μου άφησε την είδα
ξενύχτι της αφής λίγο απουσία
υψηλή χλομάδα το πρωί σε μετρητή καθρέφτη
γευματινή ματιά σε έξοχη εξοχή
που μόνο και γ’ αυτήν ήρθα και ξαναήρθα
ως να σου πω το γλυκύ βελούδο
και το κίτρινο άρωμα της γαζίας
γρύλε μου δάκρυ με έψαλλες βάρος
εννιά καλά όσο να μπω στον κωδικό σου
και το πρωί αρτιμελής του πάθους
να διορθώνω της νύχτας το σπασμένο πόδι
μια μελανιά στ’ αριστερά
κλείνει την είδηση στο πρώτο πρόσωπό μου
ξύνω τα νύχια του λόγου
ακμή της άνοιξης κι ιχνογραφώ τ’ αηδόνι
που κλαίει πανεύκολα μια θάλασσα ερημιά
αθέατο με τα ερωτηματικά και οι πανικοί των οστράκων
πόρπες
που δεν ανοίγουνε με το κλειδί της λύπης
της σιωπής πιο βαθιά βαθύτερα της λήθης
ανάγλυφα όπως με κοιτάς
κι ούτε ένα μήπως στη συντέλεια του κόσμου
στρίβω το τέλος στην αρχή πού είσαι
περνώ τα φωτοκύτταρα των υπέρων
συναγερμός
και λιώνουνε τα χέρια μες στο φως
γυμνούλι αγάπη
άγραφο ακατοίκητο
πύλη χιλίοδη νησί
σε μιαν απόβαση πλώρη θα συρθεί
στην ανατολική σου άμμο η άφιξη δικαιωμάτων
γι’ αυτό
μην αποπλεύσεις στη βιασύνη της νοτιάς
μήτε στην πλάνη του βυθού
να ’ρθω να σε μαλώσω
με τη χρυσή βεργούλα των φιλιών
μην κινηθείς θα πει ονειρεύεσαι μες στη ζωή μου
και με απλωτές σε φτάνω
το τελευταίο μου τσιγάρο πατάω στο κύμα
και μπαίνω
φορτωμένος τη γραμματοσειρά της θάλασσας
πλεύσε τώρα πλήρες επιβάτη





Σιγά μην αντισταθώ να γίνω σώμα
να γίνω σώμα σκέτο απόψε
εν άνω κάτω σήμα
ένα δεν είμαι εδώ και θύομαι
εντός ανθρώπου νόημα και περίληψη
περίληψη καλύτερα που θυμάται νόημα
θυμάται η ολιγοστότητα το όλου
τις υψίφωνες λέξεις που λέγονται τρέχα να σωθείς
μετά θανάτου στ` αθάνατο
Όπως σε πάνθεο χορεύει περιστύλιο
καλέστε με εύκαμπτα μάρμαρα των αναμνήσεων
να σας πω αμέσως τη χαράματη αλήθεια
όταν δομούνται λόγια χώρια απ` τα χείλη
το πάνθεό μου όσα φτερά μου έλυσα δένοντας σώμα

Lorca:
Diseño de A. Robert Lauer















Και σε περίμενα
με τις θεές τις ώρες
άμμος στων πεύκων τη γειτνίαση
στου ανέμου τις βελόνες θωπεία
πέρα πέρα ως το τρύπημα της φυγής
έχτιζα πύργους
ζωγράφιζα φωτιές
μόχθος ισορροπώντας στις ακμές των πραγμάτων
κι η πεταλούδα με τo φτερά της κολλημένo στο νερό
πήγαινε έλα πήγαινε έλα έρμαιο τέλος
προ Χριστού θα’ ταν κι η σκιά που κατέβαινε
καμωμένη από βουνό κι αποχαιρετισμό ήλιου
ως το διακριτό επτάφυλλο κύμα
κι όλο γυρνούσα στην τρελή την Όστρια
- Μη, μη, της έλεγα
Κρατήσου λίγο ακόμα στις φιάλες των όρμων
Κι όταν έσπασε η θάλασσα
σε έζησα
απ' τις "ΣΗΜΥΔΕΣ"

Νύχτα
πού λύνεις το λάβρο περιδέραιο των ωρών;
δαγκώνω νόμισμα ευχών
και το ρίχνω σεσημασμένο στο πηγάδι σου
σχοινί αγοράζω σε τιμή διακονίας
για του καιράκου τους σκαρμούς
και το κουπί
περάστε δώρα εσείς
ματιές παντάνασσες
καβαλικεύοντας τα θρύψαλα παράθυρα των ενστάσεων
κι η μολυβιά η πλώρη
ομονοούσα των θυμάτων
εδώ σκιά εκεί φανέρωμα στην κόψη των θαυμάτων
ενύπνιο όχημα η απουσία και βαθαίνω
Αΐραμ Αΐραμ
ποιος κλείνει εκ του σύνεγγυς
συμφωνίες οφθαλμών και γονάτων
θαρρώ δεν είμαι εγώ ο ξένος
εγώ το φιλί
που σε ανεβάζω στην αρχή
με ένα φύκι τηλεγράφημα δεμένη
απ` τους αστραγάλους
συνέφερα κιόλας με τεχνητές αναπνοές
τους ληγμένους βολβούς των ματιών σου
να εκπλήξουν την άνοιξη
Σωκράτης Ξένος
(ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 61)

